Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Περσεφόνη


Ξαπλωμένος στο χορτάρι έχω το κεφάλι μου στα πόδια σου δίπλα σε σαρκοφάγα λουλούδια,
ρουφήχτρες της ψυχής,
πόσο μόνος μπορεί να αισθάνεται κάποιος στην αγκαλιά σου,
πόσο φτωχός και άδειος στα σκελετωμένα χέρια σου, απόηχο μιας άλλης εποχής,
μα δεν είναι εποχή αυτή, είναι μια παύση στο χρόνο, μια στασιμότητα, ένας μικρός θάνατος με καθημερινές ενέσεις ζωής,
μια προσωρινή επιφανειακή αναζωογόνηση του ψεύτικου,
δεν είναι εποχή αυτή, είναι μια κοροϊδία, ένα θέατρο, όλες οι ψυχές πουλημένες, όχι όμως στον Άδη.

"Άκου τι όμορφα που ακούγονται τα δέντρα καθώς πεθαίνουν", λες.

Άκου τι όμορφα που ακούγεται μια εποχή καθώς πεθαίνει, σκέφτομαι εγώ
και δε θα έλεγα ότι λυπάμαι,
λυπάμαι μόνο που η ομορφιά αυτού του θανάτου παίρνει απ' το χέρι την ασχήμια για μέρη που δεν έχει δει ακόμη ανθρώπινο μάτι,
τόποι φοβεροί που υπόσχονται ελπίδα και τρόμο εγγυώνται αλλαγή μια για πάντα,
ποτέ πια μοναξιά,
και μάχη για τα τελικά όχι και τόσο κεκτημένα,
λυπάμαι μόνο  που αυτά τα λευκά χέρια που μου χαϊδεύουν τα χείλη γίνονται γρήγορα διάφανα,
μια ομίχλη πανικού που δεν περίμενα και δεν υπάρχει τρόπος να σε κρατήσω,
μια ζωντανή-νεκρή στο σπίτι μου,
πού ξανακούστηκε αυτό;
όταν ό,τι αγγίζεις μαραίνεται και όταν μέσα στα μάτια σου καίγονται ολόκληροι κόσμοι,
καίγεται η Βαβυλώνα σαν φοίνικας σε μια αποκάλυψη πολύ διαφορετική
από αυτή για την οποία έγραψαν κάποτε κάποιοι...
Και δεν ξέρω αν έχω δύναμη να παλέψω πια όπως πάλευα κάποτε όταν ονειρευόμουν
ότι θέλω να ζήσω όπως δεν έζησα ποτέ,
κι όταν έβλεπα ότι πάντα μ' ακολουθεί η αύρα σου,
κυρά,
το αραχνοΰφαντο φόρεμά σου χάδι στο πρόσωπο,
τα χέρια σου κρύα στο στέρνο να παγώνουν την ανάσα μου να βγαίνει αναστενάζοντας να φτάσει σε σένα,
κάποτε ήταν έτσι, κάποτε ήταν έτσι...
μα τώρα ξαπλωμένος στα διάφανα πόδια σου,
στο μάυρο χορτάρι,
κλείνω τα μάτια και βλέπω τα πάντα,
ξανά και ξανά,
το θέατρο που όλοι πιστεύαμε,
οι λωτοί που δε σταματήσαμε να τρώμε,
η ανοησία αυτών που νόμιζαν ότι τα είχαν καταφέρει,
τα κατεστραμμένα παιδιά,
ο κανιβαλισμός,
οι άνθρωποι-κατοικίδια,
οι άνθρωποι-εργαλεία,
οι ανύπαρκτοι άνθρωποι,
ένα χάος που δεν είχε φανταστεί ποτέ κανείς,
κι έπειτα μια ανάποδη καμπύλη του Γκάους να γράφει στο κατώτερο σημείο:
"Βρίσκεστε εδώ".

Παίρνω το χέρι σου, το βάζω στο μέρος της καρδιάς,
είμαι ένας εγωιστής,
ένας περήφανος παρτάκιας,
ένας αθεράπευτος ψέυτης που δε νοιάζεται για τίποτα πέρα από εσένα κι εμένα,
και σε ρωτώ:

"Τι να κάνω;"
Λολίτα Ζωγράφου