Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Μετά από δέκα κούπες καφέ

...Θα την περίμενε. Θα έμενε ξύπνιος όλη τη νύχτα αν ήταν απαραίτητο, προκειμένου να την υποδεχτεί σπίτι. Και πράγματι, έτσι έκανε. Έμεινε ξύπνιος όλη τη νύχτα περιμένοντας κάποιο σημάδι της. Την επόμενη μέρα δεν πήγε για δουλειά – τηλεφώνησε και ισχυρίστηκε ότι είχε πολύ υψηλό πυρετό. Άνοιξε τη μικρή τηλεόραση που ο ίδιος είχε αγοράσει πριν λίγο καιρό και συνέχισε να περιμένει. Κάτι μέσα του του έλεγε πως άξιζε τον κόπο. Η αϋπνία είχε αρχίσει να τον επηρεάζει, οπότε άρχισε να πίνει καφέδες για να κρατηθεί ξύπνιος.
Σιγοτραγουδούσε ένα τραγούδι όταν άκουσε τα κλειδιά να γυρίζουν στην πόρτα. Πετάχτηκε αμέσως όρθιος. Η πόρτα άνοιξε και ήταν εκείνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Δεν είχε χρόνο για σκέψεις. Έτρεξε και την άρπαξε στην αγκαλιά του. Το άρωμά της... Πόσο του είχε λείψει το άρωμά της. Την κοίταξε καλύτερα. Έμοιαζε κουρασμένη, τα κόκκινα μαλλιά της ήταν θαμπά. Την σήκωσε στα χέρια του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Φαινόταν να έχει ανάγκη λίγη ξεκούραση. Της φίλησε το μέτωπο.
Δεν ήταν θυμωμένος μαζί της που τον είχε αφήσει, δεν πονούσε για όλον τον χρόνο που πέρασε μακριά της. Για την ακρίβεια, όλος αυτός ο χρόνος έμοιαζε σα να μην υπήρξε ποτέ.
«Ευχαριστώ που ήρθες...»
«Δεν ήρθα.»
Ο Ιησούς πετάχτηκε από τον καναπέ και αλαφιασμένος έψαξε για την Ανώνυμη. Δεν ήταν πουθενά, έβλεπε όνειρο. Μετά από δέκα κούπες καφέ, τον είχε πάρει ο ύπνος. Μετά από δέκα ολόκληρες κούπες καφέ, εκείνη ακόμη δεν είχε έρθει. Πού είχε πάει;